Κονταίνει η ανάσα σου χαραυγή μου, και με ρωτάς γιατί…
Και γω πώς να σου πω ποιος σε φλερτάρει;
Πώς να σου δείξω τον μαύρο πρίγκιπα που σε ζήλεψε και έρχεται για σένα νύφη να σε κλέψει;
Φοβάσαι τον πόνο ηλιαχτίδα μου, και μου ζητάς βοήθεια
Και γω μικρό κι αδύναμο παιδί γίνομαι, ξαναγίνομαι…. Ποθώ στα σπλάχνα σου να μπω και να φωλιάσω…. Σε κρύβω μες στον κόρφο μου αγκαλιά που σου στερούσα, τον φόβο να μη δεις, ο πόνος να σε χάσει….
Δακρύζει η ματιά σου νεραϊδένια μου, και του πνιγμού να του ξεφύγεις μου ζητάς…
Και γω κολύμπι ακόμη δεν έμαθα… το τέλος δεν μπορώ να αποφύγω….
Με ένα χάδι στα μαλλιά σου κοράλλια και παράξενα της θάλασσας φυτά παλεύω να στολίσω… μη τύχει και ο άρχοντας το υγρό το φοβηθεί…. Φύγει και σε ξεχάσει….
Βαραίνει ακόμη η ψυχή σου αγαπημένη μου… και με κοιτάς με απορία της αγάπης μου το βάθος για να δεις….
Κι εγώ που χρόνια τώρα φαρμάκι πίκρα και χολή σε πότιζα θρηνώ… για κείνα που σου στέρησα, και εκείνα που στερήθηκα κι εγώ….
Αχνοχάνεται ο χτύπος της καρδιάς σου μεταξένια μου…. Μα η αγάπη σου ακόμα με αγκαλιάζει….
Κι εγώ ευχή μαχαίρι στην καρδιά μου κάνω το διάβα σου ναναι γοργό να μην πονέσει άλλο το κορμί…..
Αγκάλιασε με μάνα μου κι εγώ κοντά στο κατευόδιο θε να είμαι…. Κι ας μου κοστίσει η φυγή σου την άλλη τη μισή μου τη ζωή…
Χριστίνα Σαββατιανού
23-03-04
Για τη Μητέρα μου…
Τη μεγαλύτερή μου αγάπη
Γιόμισε το μονοπάτι σκιές
γιόμισε άνθη ξερά αμυγδαλιάς
την ώρα που ο πόνος σου ξερίζωνε την ανάσα
την ώρα που η ζωή σου ταινία στα μάτια μπροστά έτρεξε…
Κι εγώ που χρόνια τώρα σε κοιτούσα με απορία,
είδα.
Είδα το βάρος, το βουνό, το θηρίο είδα που σε έτρωγε
αργά αργά, μάτωναν τα μάτια σου σε κάθε σταγόνα
Πάγωνε το αίμα σου σε κάθε βλέμμα…
Γιόμισε η άνοιξη αναστεναγμούς
γιόμισε η μέρα ελπίδα που με έσκιζε στα χίλια
την ώρα που η ζωή σου ακούμπησε πάνω μου
την ώρα που η ανάσα σου έγινε φωνή…
Κι εγώ που λόγους χίλιους έβρισκα να σε πονέσω
είδα.
Είδα το λάθος, την προσμονή, την ανάγκη είδα που φώναζε
φώναζε σιωπηλά, σαν ύπνου γαλήνη… ο τρόμος σου με φόβιζε
Πάγωνε το αίμα μου και σε έδιωχνα
Γιόμισε η στιγμή σιωπές
γιόμισε η νύχτα αγωνίες που ραμφίζαν τις στιγμές
την ώρα που αγαπούσες πιο πολύ…
την ώρα που φτερούγες αγγελικές άπλωνες πάνω μου μη τύχει και σκιαχτώ…
Κι εγώ που μακριά σου πολεμούσα
είδα.
Είδα τον πόλεμο τον δικό σου τον τρομακτικό
και τώρα που οπλισμένη είμαι εσύ φεύγεις φοβάσαι να με δεις…
Μην αντιστέκεσαι πια, να το χέρι μου εδώ, εδώ και η καρδιά μου
ανήλιαγο κι απάγκιο να μη σε παρασύρει ο καιρός
Η σκέψη μου μέσα σου να διώξει τα θηρία…
Και η ψυχή μου δάκρυ και χαμόγελο μαζί στου πόνου σου τη δίνη
Έλα αγκάλιασέ με σφιχτά σαν στα λαγόνια σου ξανά να μπαίνω
και δείξε μου της αγωνίας σου το μερτικό το δικό μου..
τώρα μπορώ, τώρα θέλω, τώρα ξέρω… τώρα σε αγαπώ
Μανούλα σε αγαπώ
Xριστίνα Σαββατιανού / 2004
Στης ψυχής το απάντημα βρέθηκα κι εγώ..
Ευτυχώς είδα.
ευτυχώς δεν ξέχασα.
Ευτυχώς άγγιξα.
Ευτυχώς χάϊδεψα.
Ευτυχώς δεν δάκρυσα.
Ευτυχώς δεν λυπήθηκα. Μπόρεσα κι αγκάλιασα έτσι απλά.
Μπόρεσα και είδα τον άνθρωπο
Πίσω από το χαμένο χέρι,
Πίσω από τα σβηστά τα μάτια.
Πίσω από τα βουβά τα αυτιά,
Πίσω από το νου που ταξίδεψε σε άλλη διάσταση..
Ευτυχώς είμαι ακόμα παράξενη…
Ευτυχώς τον πόνο δεν φοβήθηκα..
Του απάντησα με χαμόγελο
Ετσι απλά…
Χριστίνα Σαββατιανού